Πώς το κράτος θα απαγορεύσει την εκκλησιαστική παρουσία του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ουκρανία. Ανάλυση του νομοσχεδίου

Απόψεις - Άρθρα - Σχόλια | Δημοσίευση: 24/01/2023
Η σύνδεση με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί παράβαση για την οποία μια θρησκευτική οργάνωση θα διαλυθεί με δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει είτε να ξεκινήσει τη διαδικασία απόκτησης κανονικής αυτοκεφαλίας είτε να κηρύξει μονομερή, μη εξουσιοδοτημένη αυτοκεφαλία. Αυτό δεν αρέσει στη λεγόμενη «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας». 
 
Γράφει η Τατιάνα Ντέρκατς, δημοσιογράφος επί θρησκευτικών θεμάτων
 
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σχεδόν 9 χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας, οι αρχές και οι νομοθέτες βρήκαν επιτέλους την πολιτική βούληση να ασχοληθούν με το εκκλησιαστικό παράρτημα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η σημερινή κυβέρνηση φοβάται να παραδεχτεί ότι η πλύση εγκεφάλου μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της Εκκλησίας όχι λιγότερο αποτελεσματικά από ό,τι μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ειδικά αν μια τέτοια Εκκλησία επηρεάζει την αξιακή συνείδηση και τον πολιτικό προσανατολισμό μεγάλου αριθμού πολιτών.
 
Ας μη ρωτάμε πια σαρκαστικά την αρχοντιά μας: «Πού ήσουν οκτώ χρόνια;». Το κυριότερο είναι ότι η διαδικασία έχει ξεκινήσει. 
 
Στα τέλη του 2022, η Βερχόβνα Ράντα (σ.μ. το Κοινοβούλιο της Ουκρανίας) κατακλύστηκε από νομοσχέδια που περιόριζαν τις δραστηριότητες των θρησκευτικών οργανώσεων που συνδέονται με κάποιο τρόπο με την επιτιθέμενη χώρα. Παρόλο που δεν διευκρινίζουν ποιοι είναι αυτοί, είναι σαφές ότι αυτό αφορά πρωτίστως τη λεγόμενη «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία», η οποία υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας. Προτάθηκε να της αφαιρεθεί η ιδιότητα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού, να σταματήσει η ελεύθερη χρήση της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου και της Λαύρας του Ποτσάεφ (σ.μ. ανήκουν ιδιοκτησιακά στο Ουκρανικό Κράτος και μόνο η χρήση τους παραχωρείται για ορισμένο χρόνο) και να απαγορευτεί σε οποιαδήποτε εκκλησία εκτός της (αυτοκεφάλου) Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας να αποκαλείται ορθόδοξη. Επειδή όμως όλες αυτές οι πρωτοβουλίες δεν ήταν πολύ καλά σχεδιασμένες, για να το θέσουμε ήπια, δεν έτυχαν ιδιαίτερης υποστήριξης - ούτε καν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο.
 
Σήμερα, το σχέδιο νόμου του Υπουργικού Συμβουλίου «Για την τροποποίηση ορισμένων νόμων της Ουκρανίας σχετικά με τις δραστηριότητες των θρησκευτικών οργανώσεων στην Ουκρανία» (αριθ. 8371 της 19.01.2023) έχει τις μεγαλύτερες προοπτικές να εγκριθεί. Έχει ήδη υιοθετηθεί ως βάση και αναμένει τώρα τις παραδοσιακές αναθεωρήσεις. Η κυβέρνηση έλαβε εντολή από τον Πρόεδρο και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας να το συντάξει. 
Ας αναλύσουμε το προτεινόμενο νομοσχέδιο. 
 
Σημάδια σύνδεσης ή υποταγής;
 
Το σχέδιο νόμου περιέχει μια σημαντική καινοτομία - την εμφάνιση του όρου «σύνδεση». Και αυτό είναι σωστό. Ενώ η διοικητική υποταγή μπορεί να αποκρυβεί, η απουσία σύνδεσης είναι πολύ πιο δύσκολο να αποδειχθεί. Επιπλέον, η σύνδεση δεν σημαίνει μόνο τα πραγματικά γεγονότα της επιρροής, αλλά και το δικαίωμα άσκησής της. Δεν υπάρχει καμία απόκρυψη της αλήθειας: το καταστατικό της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δίνει στα διοικητικά της όργανα το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στη ζωή της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας» (όποιος το έχει διαβάσει θα το επιβεβαιώσει).
 
Σε αντίθεση με τις σχέσεις μεταξύ κοινών νομικών προσώπων, η εκκλησιαστική σύνδεση έχει τα δικά της «εξωθεσμικά» χαρακτηριστικά που πρέπει να διευκρινιστούν με σαφήνεια - οι λεπτομέρειες αυτές θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν από την πρώτη ανάγνωση του σχεδίου νόμου. Υπάρχουν πολλοί παρόμοιοι όροι σε διάφορες νομοθετικές πράξεις: συνδεδεμένα μέρη, αλληλοεξαρτώμενα μέρη, ενδιαφερόμενα μέρη, ελεγχόμενα νομικά πρόσωπα και εκείνοι που ασκούν έλεγχο - υπάρχουν πολλοί όροι για να διαλέξετε.
 
Ένα ενδιαφέρον γεγονός: ο φορολογικός κώδικας της Ρωσίας επιτρέπει στο δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη αλληλεξάρτησης προσώπων, ακόμη και αν οι σχέσεις τους δεν πληρούν τυπικά τα απαιτούμενα κριτήρια.
 
Εκτός από τα προφανή, υπάρχουν πολλά έμμεσα σημάδια κανονικής συσχέτισης. Για παράδειγμα, αναγνωρίζουν όλες οι τοπικές εκκλησίες το αυτοκέφαλο καθεστώς της λεγόμενης «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας»; Ή ποιος νομιμοποιεί τις δια-εκκλησιαστικές επαφές της; Δεν μιλάμε για ιδιωτική επικοινωνία ή συμμετοχή σε κοινές ανθρωπιστικές εκδηλώσεις, αλλά για λειτουργική και ευχαριστιακή κοινωνία. Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθόδοξη κανονική παράδοση, τα μέλη των τοπικών εκκλησιών απαγορεύεται να μοιράζονται τα μυστήρια με μη αναγνωρισμένες εκκλησίες. Η παρουσία άδειας ή διαμεσολάβησης από ανώτερη εκκλησιαστική αρχή αποτελεί απόδειξη της κανονικότητας μιας υποτελούς εκκλησίας στο εξωτερικό.
 
Η ανάγκη και η απουσία μιας τέτοιας άδειας μπορεί να ελεγχθεί πολύ εύκολα: αρκεί να πάρει κανείς «κατάθεση από μάρτυρες». Δηλαδή, να γράψουν επίσημα ερωτήματα προς τους προκαθημένους των τοπικών εκκλησιών σχετικά με την ιδιότητα με την οποία δέχονται τους εκπροσώπους της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» στην κανονική κοινωνία. Καμία φιλία με τους επισκόπους της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» δεν θα αναγκάσει τις τοπικές εκκλησίες να πουν ψέματα. Εάν το αίτημα είναι σωστά διατυπωμένο, η απάντηση θα είναι αναμενόμενη: Η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία» στο εξωτερικό είναι κανονικά νόμιμη μόνο μέσω της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εάν ο Πατριάρχης Κύριλλος ενημερώσει τις τοπικές εκκλησίες ότι το καθεστώς της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» είναι στον αέρα, οι Ουκρανοί επίσκοποι στο εξωτερικό θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων.
 
Ωστόσο, η συγγραφή εκκλησιαστικών εγγράφων είναι μια μοναδική τέχνη με ιστορία χιλιάδων ετών. Μπορείτε να δώσετε μια τέτοια απάντηση που ο παραλήπτης θα προβληματιστεί για πολύ καιρό για το τι εννοούσε ο συγγραφέας. Επομένως, αν οι «μάρτυρες» αρχίσουν να ξεφεύγουν από τον έλεγχο, υπάρχει ένα πιο προφανές κριτήριο - τα Δίπτυχα. Είναι αδύνατο να μπει κανείς στα Ορθόδοξα Εκκλησιαστικά Δίπτυχα χωρίς να περάσει από μια συγκεκριμένη τυπική διαδικασία.
 
Το ερώτημα είναι: πώς μπορεί ένα εκκλησιαστικό έγγραφο να νομιμοποιηθεί στο κοσμικό δίκαιο (άλλωστε, μιλάμε τώρα για κανονικό δίκαιο); Υπάρχουν όμως ήδη πολλά τέτοια προηγούμενα. Ειδικότερα, το κανονικό καθεστώς της εκκλησίας γίνεται δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης διαδοχής και μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμά της να κατέχει περιουσία που μεταβιβάζεται από το κράτος κατά τη διαδικασία αποκατάστασης. Για παράδειγμα, αυτό συνέβη κάποτε στη Βουλγαρία.
 
Αν η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία» δεν υπάρχει αυτοτελώς στα Πανορθόδοξα Δίπτυχα, τότε δεν είναι αυτοκέφαλη, και αν έχει λειτουργικές σχέσεις με τις τοπικές εκκλησίες, αυτό γίνεται μόνο χάρη στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία (απαντήσεις στα υποθετικά αυτά ερωτήματα: όχι, δεν είναι στα Δίπτυχα και δεν μπορεί να είναι - ναι, έχει λειτουργικές σχέσεις μόνο χάρη στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία).
 
Κέντρο διοίκησης, ελέγχου και επιρροής
 
Εδώ και σχεδόν 4 χρόνια, η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας» παλεύει με το κράτος, για να αποδείξει ότι το κέντρο της διακυβέρνησης και της διαχείρισής της βρίσκεται στο Κίεβο. Έκανε αλλαγές στο καταστατικό της και έπεισε ακόμη και τον Πατριάρχη Κύριλλο να τις αναγράψει στο καταστατικό της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Φαίνεται αστείο: αν κάποιος περπατάει σαν πάπια, κουρνιάζει σαν πάπια, κολυμπάει σαν πάπια, αλλά η πινακίδα στο κλουβί του λέει «αετός», τότε θα πρέπει να πιστέψετε την πινακίδα, όχι τα μάτια σας.  
 
Και εδώ βρίσκεται η παγίδα: ο νόμος για την ελευθερία της συνείδησης μπορεί να περιέχει ένα τέτοιο σημάδι υποταγής όπως η επιρροή. Η διαφορά της από τη διαχείριση και τον έλεγχο έγκειται στον άτυπο χαρακτήρα της. Οι αποφάσεις του διαχειριστή σχετικά με τη διαχείριση μπορεί να επηρεάζονται από ένα τρίτο μέρος, το οποίο στο δίκαιο αναφέρεται συνήθως ως τελικός δικαιούχος. Το κύριο χαρακτηριστικό της επιρροής είναι μια σχέση που δεν είναι παθητική και περιλαμβάνει ενέργειες για την επίτευξη ενός κοινού στόχου ή προς όφελος ενός ατόμου. Με άλλα λόγια, εάν δύο οργανισμοί ενεργούν ύποπτα σε συνδυασμό και επιτυγχάνουν το ίδιο ή συμπληρωματικό αποτέλεσμα, τότε υπάρχει λόγος να μιλάμε για επιρροή.
 
Εάν μια εκκλησία χρειάζεται να λάβει «νομική εντολή» για να διοικεί και να διαχειρίζεται, τότε αρκεί να έχει το δικαίωμα να το κάνει. Και η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως έγραψα παραπάνω, έχει τέτοια δικαιώματα σύμφωνα με το καταστατικό της. Για παράδειγμα, ο Πατριάρχης Κύριλλος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα να αποσύρει την ευλογία του για την προεδρία του Μητροπολίτη Ονούφριου (σ.μ. δηλαδή να τον καθαιρέσει από προκαθήμενο). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτό θα επηρεάσει άμεσα την ικανότητα του μητροπολίτη να ηγηθεί και να διαχειριστεί αποτελεσματικά την «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία» - ακόμη και αν δηλώσει ότι η πατριαρχική δυσμένεια είναι άκυρη. Ρωσικές εκκλησιαστικές πηγές έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι ο Κύριλλος έχει υποστηρίξει τον Ονούφριο και μπορεί να τον ανατρέψει. Πώς; Ακριβώς μέσω της ίδιας επιρροής σε άλλους επισκόπους.
 
Πρόκειται όμως για ένα λεξιλόγιο που πρέπει να επισημοποιηθεί στο νέο σχέδιο νόμου - ακριβώς για να αποφευχθούν οι πολλαπλές ερμηνείες.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για αποδείξεις μιας τέτοιας επιρροής. Η Ιερά Σύνοδος της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας» περιλαμβάνει ακόμη έναν Ρώσο πολίτη και επίσκοπο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Λάζαρο (Σβετς), του οποίου η επισκοπή της Κριμαίας μεταφέρθηκε αυθαίρετα σε άμεση υπαγωγή στον Πατριάρχη Κύριλλο. Γιατί δεν έχει αποβληθεί ακόμη ο Λάζαρος από τη σύνοδο; Τι ή ποιος επηρεάζει την απόφαση του Ονούφριου να μην προβεί σε καμία ενέργεια; Γιατί δεν έχουν καθαιρεθεί οι δωσίλογοι κληρικοί που κάθισαν στο Κρεμλίνο στην τελετή «προσάρτησης» των νέων εδαφών; Και εκείνοι που κατέφυγαν στη Ρωσία (για παράδειγμα, ο ιερέας Ελισαίος του Ιζιούμ, ο οποίος ευλόγησε δημοσίως τον «επικεφαλής» της διοίκησης κατοχής, τον Γκάντσεφ, απλά αντικαταστάθηκε σιωπηλά. Ακόμη και χωρίς εξήγηση);
 
Πρόκειται για ρητορικά ερωτήματα.
 
Απαγόρευση ή μετονομασία;
 
Και τώρα το πιο σημαντικό: τι περιμένει η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας» μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου; Ο νόμος για την ελευθερία της συνείδησης απαιτεί από τις ουκρανικές εκκλησίες με κρυφή ρωσική καταχώρηση να αναφέρουν ειλικρινά την κανονική τους υποταγή στους καταστατικούς τους χάρτες. Η απαίτηση αυτή έχει αμφισβητηθεί από την «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας» εδώ και καιρό στα δικαστήρια, εμποδίζοντας ουσιαστικά την εφαρμογή της.
 
Το νομοσχέδιο αριθ. 8371 πηγαίνει ακόμη παραπέρα: οι δραστηριότητες όλων των θρησκευτικών οργανώσεων και ενώσεων που έχουν τις ρίζες τους στη Ρωσία δεν επιτρέπονται κατ’ αρχήν. Αλλά τι γίνεται με τη μετονομασία; Το σχέδιο νόμου δεν αναφέρει ότι μόλις τεθεί σε ισχύ, οι απαιτήσεις μετονομασίας θα παύσουν να ισχύουν. Το πιθανότερο είναι ότι η σύγκρουση αυτή θα επιλυθεί κατά τη διαδικασία οριστικοποίησης του σχεδίου νόμου.
Έτσι, η κανονική και διοικητική υπαγωγή στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί παραβίαση για την οποία μια θρησκευτική οργάνωση θα διαλυθεί με δικαστική απόφαση. Υπάρχει όμως μια εναλλακτική λύση: «η εξάλειψη της παραβίασης». Δεν αρκεί να καθαριστεί το καταστατικό. Αυτό σημαίνει ότι είτε θα πρέπει να κινηθεί η κανονική διαδικασία για την απόκτηση νόμιμης αυτοκεφαλίας, είτε θα πρέπει να κηρυχθεί μονομερής, μη εξουσιοδοτημένη αυτοκεφαλία. Το σχέδιο νόμου δίνει προθεσμία ενός μηνός για την επίλυση του προβλήματος από τη στιγμή που μια θρησκευτική οργάνωση λαμβάνει εντολή υπαγωγής. Κανένας πατριάρχης στον κόσμο δεν θα προλάβει να παραχωρήσει αυτοκεφαλία στην θυγατρική του εκκλησία τόσο γρήγορα. Μια μη εγκεκριμένη αυτοκεφαλία στερεί αμέσως από την «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας» κάθε κανονικό καθεστώς, με όλες τις εκκλησιαστικές και νομικές συνέπειες.
 
Είναι σαφές ότι η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας» δεν θα σταματήσει ή θα εξαλείψει οτιδήποτε από μόνη της. Τι ακολουθεί; Το ερώτημα είναι ποιες οργανώσεις αφορά αυτό. Είναι δυνατή η απαγόρευση των δραστηριοτήτων μιας θρησκευτικής οργάνωσης. Τι γίνεται όμως με μια θρησκευτική ένωση που δεν είναι νομικό πρόσωπο; Εξάλλου, η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας», της οποίας η δομική υποταγή καθορίζεται στο καταστατικό της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν είναι υποκείμενο δικαίου, και το καταστατικό της είναι «για ενημερωτικούς σκοπούς» και δεν απαιτεί έγκριση και εγγραφή πουθενά (και μάλιστα για τίποτα!). Αυτό σημαίνει ότι μιλάμε πρωτίστως για τη Μητρόπολη Κιέβου, ένα θρησκευτικό κέντρο που εκπροσωπεί την «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας». Σύμφωνα με το καταστατικό της, η Μητρόπολη Κιέβου διέπεται από τις αποφάσεις των Τοπικών και Επισκοπικών Συμβουλίων και της Ιεράς Συνόδου. Και αυτό ανοίγει μια άβυσσο νομικών δυνατοτήτων. Το προηγούμενο του Μητροπολίτη Κριμαίας Λαζάρου, ο οποίος εξακολουθεί να είναι μέλος της Συνόδου της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας», αναφέρθηκε παραπάνω. Παρόλο που η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας» εξακολουθεί να θεωρεί τις επισκοπές της Κριμαίας δικές της, τίποτα δεν εμποδίζει το κράτος να τις εκκαθαρίσει από την κορυφή ως τη βάση.
 
Αλλά υπάρχουν ακόμη επιλογές. Για παράδειγμα, πρόσφατα προέκυψε ένα προηγούμενο που δεν αντικατοπτρίζεται ακόμη στο σχέδιο νόμου - η λήξη (στέρηση) της ουκρανικής ιθαγένειας των θρησκευτικών ηγετών που είναι Ρώσοι υπήκοοι. Αυτή ήταν η μοίρα του επικεφαλής της επισκοπής Τσερνιβτσί και Μπουκοβίνα, Μελέτιου (Γιεγκορένκο).
 
Και αυτοί οι πολίτες είναι οι ιδρυτές ή οι ηγέτες πολλών θρησκευτικών οργανώσεων, οι οποίες βρίσκονται ταυτόχρονα στα πρόθυρα ενός νομικού φάουλ. Εξάλλου, σύμφωνα με τον νόμο περί ελευθερίας της συνείδησης, οι αλλοδαποί πρέπει να λαμβάνουν κρατική άδεια για κανονικές δραστηριότητες (λατρεία, κηρύγματα, τελετές) στη συγκεκριμένη θρησκευτική οργάνωση που τους προσκάλεσε. Οποιαδήποτε συμμετοχή στην ηγεσία της εκκλησίας αποκλείεται. Όπως γνωρίζετε, ο Μελέτιος είναι επικεφαλής του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας» και μέλος των ανώτατων διοικητικών οργάνων της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας»- του Επισκοπικού και του Τοπικού Συμβουλίου. Δηλαδή, στα διοικητικά όργανα της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας» περιλαμβάνεται ένας Ρώσος πολίτης, ο οποίος, ωστόσο, δεν είναι επίσημα επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (δηλαδή, δεν έχει τοποθετηθεί σε κάποια υπάρχουσα επισκοπή στη Ρωσία).
Το ίδιο ισχύει και για τα πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για συνεργασία με τους εισβολείς (άρθρο 111-1 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας). Για παράδειγμα, εάν ο μητροπολίτης Τουλτσίν και Μπράτσλαβ Ιωνάθαν θεωρηθεί ως συνεργάτης (δωσίλογος), αυτό αποτελεί επαρκή λόγο για την απαγόρευση των δραστηριοτήτων όλων των νομικών προσώπων στα οποία είναι ιδρυτής ή επικεφαλής. Παρεμπιπτόντως, αυτό θα ήταν ένας τυπικός λόγος για να «απαγορευτούν οι δραστηριότητες» ολόκληρης της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας», αφού ο Ιωνάθαν είναι επίσης μέλος των Επισκοπικών και Τοπικών Συμβουλίων της.
 
Για κάποιο λόγο, η εν λόγω επιχείρηση δεν συμπεριέλαβε θρησκευτικές προσωπικότητες που υπόκεινται σε προσωπικά οικονομικά και άλλα περιοριστικά μέτρα (κυρώσεις) με απόφαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας. Αν ο ιδρυτής επίσκοπος μιας θρησκευτικής οργάνωσης απαγορεύεται προσωρινά να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια με τα περιουσιακά της στοιχεία και να συνάπτει συναλλαγές, ποια τύχη περιμένει μια τέτοια οργάνωση; Θα ήθελα να δω μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα στο αναθεωρημένο σχέδιο νόμου.
Ο κατηγορούμενος ως δωσίλογος στους Ρώσους εισβολείς μητροπολίτης Τουλτσίν και Μπράτσλαβ Ιωνάθαν της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας»
 
Ωστόσο, η απαγόρευση μπορεί να λειτουργήσει από την κορυφή προς τα κάτω και αντίστροφα. Η διαπίστωση της σύνδεσης με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία από τη Μητρόπολη Κιέβου της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας» σημαίνει αυτομάτως την απειλή τερματισμού των δραστηριοτήτων όλων των υποκείμενων θρησκευτικών οργανώσεων στις οποίες αναφέρεται ως ιδρυτής. Και η διαπίστωση της σύνδεσης με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία από μια κοινότητα ή επισκοπική διοίκηση της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας», με τη σειρά της, σημαίνει ότι η ίδια η Μητρόπολη Κιέβου έχει τέτοια σύνδεση.
 
Τέλος, το σχέδιο νόμου αντικατοπτρίζει τις τελευταίες αλλαγές στις δραστηριότητες της Κρατικής Εθνοτικής Πολιτικής και δίνει ορισμένες εξουσίες σε θρησκευτικούς εμπειρογνώμονες να παρακολουθούν τις ουκρανικές εκκλησίες στην πράξη της ρωσικής εμπλοκής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ορισμένα από τα κενά αυτής της διαδικασίας θα καλυφθούν από τις κρατικές δομές που είναι αρμόδιες για την εθνική ασφάλεια. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας έρευνας στην επισκοπή Μπουκοβίνα-Τσερνιβτσί της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας», όπου η SBU (σ.μ. Υπηρεσία Ασφάλειας της Ουκρανίας) βρήκε την επιστολή του Μελετίου προς τον επικεφαλής της ROCA (σ.μ. της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Εκτός Ρωσίας) με δικαιολογίες ότι το νέο καταστατικό της «Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Πατριαρχείο Μόσχας» ήταν μια επιχείρηση κάλυψης και ότι η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία» παρέμενε στην πραγματικότητα μέρος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
 
Όπως συμβαίνει συχνά, υπάρχουν πολλά σημεία που μπορούν να επικριθούν στο σχέδιο νόμου. Αλλά αν γίνει νόμος, υπάρχει μια ευκαιρία να απαλλαγούμε επιτέλους από τις καταστροφικές αντικρατικές δραστηριότητες των Ρώσων πρακτόρων επιρροής με θρησκευτική κάλυψη. Αλλά κανείς δεν θα αρνηθεί στους ειλικρινείς πιστούς το δικαίωμα να προσεύχονται - ακόμη και για τον πλανεμένο Πατριάρχη Κύριλλο.