"Εκκλησία και πολιτική στην Ελλάδα"

Απόψεις - Άρθρα - Σχόλια | Δημοσίευση: 11/11/2011

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

του Αρχιμανδρίτη  Ειρηναίου Λαφτσή, Πρωτοσύγκελλου Ι.Μ Αλεξανδρουπόλεως (ομιλία)

 

Το θέμα που σήμερα θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε και να συζητήσουμε είναι καθαρά πνευματικό επειδή αφορά άμεσα την ζωή των όλων εμάς των χριστιανών που είμαστε συγχρόνως μέλη και της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Και θα έλεγα πως αφορά και την μέλλουσα ζωή μας αφού γνωρίζουμε πως θα την κατακτήσουμε ανάλογα με τον τρόπο που θα ζήσουμε την παρούσα ζωή μας.

 

Κατ΄ αρχήν θα θέλαμε να ξεκαθαρίσουμε ότι η Εκκλησία δεν είναι πολιτική δύναμη και ούτε θέλει να γίνει γιατί τότε θα χάσει την εμπιστοσύνη των πιστών και της κοινωνίας. Ούτε η Εκκλησία χρησιμοποιεί πολιτικές τακτικές για να μεταδώσει τον Χριστό. Η αξία των λόγων του Χριστού «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» έχει διαχρονική αξία και δεν πρέπει να τον λησμονούμε ποτέ. Στηριζόμενος σ’ αυτό το λόγο του Χριστού, 1900 χρόνια μετά ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αλέξανδρος Τσιριντάνης γράφει: «Τον Χριστό τον καταργούμε όταν θέλουμε να τον επιβάλλουμε δια της βίας». Η Εκκλησία μόνο έναν τρόπο έχει να επηρεάσει την πολιτική εξουσία. Με το να κηρύττει το ζωντανό Λόγο του Θεού στους αδύναμους και στους δυνατούς, στους πτωχούς και στους πλούσιους, στους μορφωμένους και στους αγραμμάτους. Με την παραπάνω αναφορά νομίζω πως ξεκαθαρίζουμε εξ αρχής ότι οι εξουσίες της Πολιτείας και της Εκκλησίας δεν είναι αντίθετες, ούτε συγκρούονται αλλά είναι τελείως διαφορετικές.

 

Ας προσπαθήσουμε να δούμε από την ιστορική αναδρομή τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας από τα χρόνια του Χριστού μέχρι σήμερα. Νομίζω πως αυτή η αναδρομή θα μας δώσει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα των σχέσεων των δυο θεσμών.

 

Από την εμφάνιση της Εκκλησίας παρουσιάσθηκε το πρόβλημα της σχέσης Της με την Πολιτεία. Αλλά και οι Χριστιανοί πολίτες έπρεπε να πάρουν μια θέση στις σχέσεις τους, όχι μόνο με τους άλλους πολίτες, αλλά και στις σχέσεις τους με την Πολιτεία. Η Αποστολική περίοδος ξεκινάει με την ίδρυση της Εκκλησίας επί της γης και περιλαμβάνει τους τρεις πρώτους αιώνες, τελειώνει δε με το τέλος του 3ουαιώνα. Κατά το διάστημα αυτό η Εκκλησία ήταν τελείως χωρισμένη από την πολιτική εξουσία αφού μάλιστα ήταν και υπό διωγμό.

 

Στον ίδιο το Χριστό έθεσαν το πρόβλημα οι Σαδδουκαίοι. Πως το αντιμετώπισε; Δεν το αγνόησε, αλλά έφτασε στη ρίζα του και το έλυσε: «Απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22, 21).

 

Άλλη μια φορά ασχολήθηκε με το θέμα του φόρου. Στην απαίτηση του φοροεισπράκτορα να πληρώσει φόρο, αντέτεινε ότι δεν υποχρεούται, αλλά τελικά τον πλήρωσε για να μη σκανδαλίσει (Ματθ. 17, 24-27). Σε μια άλλη περίπτωση αποσαφήνισε τη θέση της πολιτικής εξουσίας έναντι της θείας. Στον Πιλάτο απάντησε: «Ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ’ εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν» (Ιω. 19, 11). Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία, κατά τον ίδιο τον Χριστό, προέρχεται από το Θεό.

 

Ως προς την επίγεια βασιλεία, ο Χριστός αρνήθηκε δυο φορές να γίνει επίγειος βασιλιάς. Την πρώτη φορά, όταν ο διάβολος, θεωρώντας Τον άνθρωπο, άρχισε να Τον πειράζει: «Ταύτα πάντα σοι δώσω εάν πεσών προσκυνήσει μοι». Έλαβε όμως την αποστομωτική απάντηση: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά. Γέγραπται γαρ, Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 6-8). Την δεύτερη φορά αρνήθηκε την επίγεια βασιλεία που του προσφέρθηκε από τον όχλο μετά το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων: «Ιησούς ουν γνους ότι μέλλουσιν έρχεσθαι και αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος» (Ιω. 6, 15).

 

Αλλά και για την πολιτική εξουσία διευκρίνισε: «Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών» (Μάρκ. 10, 42).

 

Στη συνομιλία του με τον Πιλάτο κάνει σαφή διάκριση μεταξύ ουράνιας και κοσμικής εξουσίας. Έτσι, όταν ρωτήθηκε από αυτόν, αν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων, ο Κύριος απάντησε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» (Ιω. 18, 36).

 

Συμπερασματικά συνοψίζεται η διδασκαλία του Κυρίου πάνω στο θέμα των εξουσιών όπως ακολουθεί:

1. Ο Χριστός είναι Βασιλιάς στη Βασιλεία του Θεού, την Εκκλησία, αυτή δε η εξουσία είναι διαφορετική από την πολιτική εξουσία.

2. Οι Χριστιανοί είναι πολίτες της Βασιλείας του Θεού, δηλ. της Εκκλησίας και επιδιώκουν την εγκαθίδρυση της βασιλείας αυτής στην γη.

3. Η επίγεια εξουσία είναι δοσμένη «άνωθεν».

4. Οι Χριστιανοί έχουν υποχρεώσεις έναντι της κοσμικής εξουσίας, τις οποίες οφείλουν να εκπληρώνουν.

5. Ο Χριστός απέφυγε την ανάληψη πολιτικής εξουσίας, πράγμα που σηματοδοτεί την μη ανάληψη τέτοιας εξουσίας από τους ευρισκόμενους εις «τύπον και τόπον Χριστού», δηλ. τους Επισκόπους της Εκκλησίας.

 

Στην Αποστολική εποχή οι Χριστιανοί αδιαφόρησαν για την υπάρχουσα εγκόσμια κατάσταση και επομένως και για τις σχέσεις τους με την Πολιτεία. Αντίθετα από ότι έκανε ο Χριστός, οι πρώτοι Χριστιανοί δεν πήραν θέση στα πολιτικά θέματα. Προσπαθούσαν να ζήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του Αντιχρίστου, διότι πίστευαν ότι από στιγμή σε στιγμή θα έρθει ο Κύριος «εν δυνάμει». Δηλαδή πίστευαν ότι σύντομα θα έρθει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Αυτή η σκέψη επηρέασε τους Χριστιανούς και στις σχέσεις τους με την Πολιτεία (τότε Ρωμαϊκή): «Ο Κύριος εγγύς· μηδέν μεριμνάτε, αλλ’ εν παντί τη προσευχή και τη δεήσει μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν» (Φιλιπ. 4, 6). Αλλά και αλλού αναφέρεται η «εγγύτητα»: «Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. 9, 1) και «αμήν λέγω υμίν ότι ου μη παρέλθη η γενεά αύτη μέχρις ου πάντα ταύτα γένηται» (Μάρκ. 13, 30).

 

Αποτέλεσμα των ανωτέρω εσχατολογικών επισημάνσεων είναι η σχηματισθείσα την Αποστολική εποχή αντίληψη, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να ζουν σαν ξένοι και παρεπίδημοι σ’ αυτή τη γη. Οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος είναι σαφέστατοι: «Αγαπητοί, παρακαλώ ως παροίκους και παρεπιδήμους, απέχεσθαι των σαρκικών επιθυμιών, αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής, την αναστροφήν υμών εν τοις έθνεσιν έχοντες καλήν, ίνα εν ω καταλαλούσιν υμών ως κακοποιών, εκ των καλών έργων εποπτεύσαντες δοξάσωσι τον Θεόν εν ημέρα επισκοπής» (Πέτρ. Α΄ 2, 11-12). «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14).

 

Ενώ στην επίγεια πολιτεία οι Χριστιανοί είναι σαν ξένοι, είναι συμπολίτες με τους Αγίους. «Άρα ουν ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. 2, 19). Έτσι αποτελούν το εκλεκτό γένος: «Υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (Α’ Πέτρ. 2, 9)

 

Τρεις αιώνες μετά την ίδρυση της Εκκλησίας, οι σχέσεις των Χριστιανών με την πολιτική εξουσία άλλαξαν εντελώς. Όχι μόνον έπαυσαν οι διωγμοί, αλλά ο διορισμός σε κρατικές υπηρεσίες ισχύει μόνον για τους Χριστιανούς. Αρκεί να είσαι Χριστιανός για να καταλάβεις μια οποιαδήποτε θέση στην Αυτοκρατορική διοίκηση. Η «πολιτική θεολογία» απομάκρυνε την «πολιτική φιλοσοφία» του Αριστοτέλη και προσαρμόσθηκε άνετα στις ανάγκες και τα πολιτικά προβλήματα της νέας εποχής. Η Ρωμαϊκή περίοδος ξεκινάει από τις αρχές του 4ουαιώνα και λήγει στα μέσα του 15ου. Περιλαμβάνει την περίοδο από της συστάσεως του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους και την κατάλυση της Αυτοκρατορίας, επί Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου.

 

Οι Πατέρες της περιόδου αυτής δεν αδιαφόρησαν για την πολιτική ζωή και την πολιτική εξουσία. Η περίοδος αυτή δεν είναι δημοκρατική περίοδος, ώστε ο πολίτης να έχει υπευθυνότητα, αλλά ήταν μοναρχία, όπου φυσικά ο πολίτης θεωρείται ανεύθυνος. Την περίοδο αυτή αρκετοί Πατέρες ασχολήθηκαν με το θέμα της πολιτικής εξουσίας και ανέπτυξαν την «πολιτική θεολογία».

 

Για τις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία γράφουν συγγράμματα οι παρακάτω εκκλησιαστικοί Πατέρες: Καισαρείας Ευσέβιος (+339), Άγιος Όσιος, επίσκοπος Κορδούης (+358), Άγιος Βασίλειος, αρχιεπίσκοπος Καισαρείας (+379), Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (+389), Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (+417), Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (+435), Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (+662), Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (+749), Μέγας Φώτιος (+893), Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (+1022), Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (+1371).

 

Οι Πατέρες αυτοί που αναφέραμε ασχολήθηκαν στα συγγράμματά τους με την πολιτική εξουσία και την σχέση της με την Εκκλησία, με τους πολιτικούς άρχοντες, διαμορφώνοντας έτσι τις πάγιες θέσεις της Ορθόδοξης θεολογίας:

α) ότι η Εκκλησία και η Πολιτεία συνεργάζονται μεν, αλλά είναι ως προς την ουσία της αποστολής τους τελείως διαφορετικοί θεσμοί.

β) Η Εκκλησία είναι θεοσύστατος οργανισμός και προσπαθεί να οδηγήσει τον άνθρωπο από την επίγεια ζωή του στην πολιτεία προς την βασιλεία των ουρανών, ενώ η Πολιτεία προσπαθεί μέσα από τους νόμους, τις εθνικές και κοινωνικές υπηρεσίες να οργανώσει την επίγεια ζωή των ανθρώπων, που για τους Πατέρες είναι πρόσκαιρη. Οποιαδήποτε στιγμή η Εκκλησία κρίνει ότι η Πολιτεία κάνει λάθη, μπορεί να την ελέγξει. Όμως, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία είναι μόνο αντίσταση και όχι αντίδραση.

γ) Ο πολιτικός άρχοντας βλέπει μπροστά του την μάζα και το ανώνυμο κοπάδι μέσα στο οποίο ο άνθρωπος είναι το άτομο με φυσική έννοια και ο αριθμός με οικονομική αξία. Ο πολιτικός αρχηγός βλέπει μπροστά του το κόμμα μέσα στο ο οποίο ο άνθρωπος είναι η ψήφος και ο οπαδός. Η Εκκλησία, όμως, και ο ποιμένας της έχει και βλέπει μπροστά του τις εικόνες του Θεού και το πρόσωπό Του, το καθένα με την δική του ποιοτική αξία και όλα μαζί άξια της ίδιας αγάπης, αφού για το καθένα «Χριστός απέθανεν».

 

Δεν ασχολήθηκαν μόνο μεμονωμένοι Πατέρες με τα θέματα της πολιτικής εξουσίας, αλλά και Σύνοδοι. Έτσι: Η Σύνοδος της Καρθαγένης (419) στον 83οΚανόνα της ζητεί από την πολιτική εξουσία βοήθεια, ώστε η εκκλησιαστική εξουσία (οι Επίσκοποι) να μπορούν να εμποδίζουν την αδικία που γίνεται από τους πλουσίους προς τους πτωχούς. Η ίδια Σύνοδος με τον 115ο Κανόνα της θεσπίζει, ότι μπορεί Κληρικός να ζητήσει την επέμβαση του Βασιλέως, ώστε να κριθεί υπόθεσή του από Επισκόπους. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451) στον 7ο Κανόνα της απαγορεύει στους Κληρικούς να γίνονται Πολιτικοί Άρχοντες.

 

Από τον 5οαιώνα και μετά η πολιτική εξουσία συμπορεύθηκε με την εκκλησιαστική εξουσία. Έτσι ο Αυτοκράτορας είναι τοποτηρητής του Θεού στη γη, διορισμένος από τον Χριστό και ο Θεός του δίνει το γόητρο και τον έλεγχο του κράτους. Η αντίληψη αυτή εκφράζεται και στα νομίσματα, όπου ο Αυτοκράτορας στεφανώνεται από τον Χριστό ή την Παναγία και κρατάει τη σφαίρα με το σταυρό, σημάδι της οικουμενικότητας και σταυρόσχημο σκήπτρο, σύμβολο της Ρωμαϊκής και Χριστιανικής εξουσίας στον κόσμο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Χρυσόστομος και ο Μ. Βασίλειος, δέχονταν τον αυτοκράτορα ως αρχή της Πολιτείας αλλά επιμένουν στην αξιοκρατία της εκλογής του και όχι στην κληρονομική διαδοχή τους. Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης λέει πως «αυτοκράτορας δεν γίνεται αυτός που έχει βασιλικό αίμα αλλά βασιλική ψυχή».

 

Μέχρι και την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, ο λαός πιστεύει ότι τους άρχοντες τους επιλέγει ο Θεός, γι’ αυτό και οι αυτοκράτορες υπογράφουν ως «ελέω Θεού». Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο του αγίου Αναστασίου του Σιναΐτου που λέει: «Οι άξιοι Άρχοντες προωθούνται στις πόλεις που τους αξίζουν, ενώ οι ανάξιοι, με παραχώρηση ή επιθυμία Θεού, προχειρίζονται στους ανάξιους πολίτες. Γι’ αυτό, αν δεις κάποιον ανάξιο και πονηρό Άρχοντα ή Επίσκοπο, μην απορήσεις και μη συκοφαντείς το Θεό, αλλά μάλλον μάθε και πίστευε, ότι παραδοθήκαμε σε τέτοιους τυράννους, που και η κακία τους ακόμη δεν είναι ανάλογη με το κακό που μας αξίζει». Ώστε ο Θεός προωθεί Άρχοντες (Εκκλησιαστικούς ή Πολιτικούς), ανάλογα με την ποιότητα των πολιτών. Στους καλούς πολίτες προωθεί καλούς Άρχοντες και στους κακούς παραχωρεί (ανέχεται) κακούς Άρχοντες.

 

Σε περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας οι Πατέρες της Εκκλησίας έλεγχαν δημόσια τους άρχοντες της Πολιτείας. Χαρακτηριστική κατάχρηση εξουσίας, η Αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία κατάσχεσε παράνομα το κτήμα της χήρας και δέχθηκε τον αυστηρό έλεγχο από τον Ιερό Χρυσόστομο. Επίσης, ο επίσκοπος Μεδιολάνων, άγιος Αμβρόσιος, δημόσια έλεγξε τον πανίσχυρο Αυτοκράτορα Μέγα Θεοδόσιο για τις πολιτικές του πράξεις και του απαγόρευσε τη Θεία Κοινωνία, μέχρις ότου αυτός δημόσια εξεδήλωσε την μετάνοιά του.

 

Σταδιακά κατά τον 9οκαι 10οαιώνα, στην ακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας οι ιστορικές εξελίξεις ανάγκασαν τις δυο εξουσίες, Εκκλησιαστική και Πολιτική, να συνεργάζονται και στην ουσία να αλληλοεπηρεάζονται. Κι αυτά από τότε που άρχισε να χριστιανίζει η Πολιτεία.

 

Η σύμπλεξη των δυο εξουσιών ήταν τέτοια, που σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν εμπλοκές. Έτσι: Ο Μέγας Κωνσταντίνος χαρακτήριζε τον εαυτό του Υπερεπίσκοπο (EpiscopusEpiscoporum) και ως «Επίσκοπο των εκτός της Εκκλησίας», δηλ. των εξωτερικών υποθέσεων της Εκκλησίας. Ο Ιουστινιανός Α΄ γράφει σε μια Νεαρά: «Μέγιστα των ανθρώπων τα δώρα Θεού, παρά της άνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας, Ιερωσύνη τε και Βασιλεία, η μεν της θείας υπηρετουμένη, η δε των ανθρωπίνων εξάρχουσά τε και επιμελλουμένη και εκ μιάς τε και της αυτής αρχής εκατέρα προϊούσα και τον ανθρώπινον κατακοσμούσα βίον». Ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος έλεγε «είμαι Ιερέας και Βασιλέας».

 

Συνεργάζονται λοιπόν οι δυο αυτές εξουσίες (ή πρέπει να συνεργάζονται), αλλά δεν ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους, γιατί διαφέρουν. Πρώτος ο Κορδούης Όσιος, εκκλησιαστικός σύμβουλος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, σε επιστολή του στον Αυτοκράτορα γράφει: «Μην ανακατεύεσαι στα εκκλησιαστικά. Ούτε να μας συμβουλεύεις (στα εκκλησιαστικά), αλλά μάλλον εσύ να μαθαίνεις γι’ αυτά από εμάς. Ο Θεός σου έδωσε την πολιτική εξουσία. Σε μας την εκκλησιαστική».

 

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει πιο καθαρά: «Ο Θεός έχει εμπιστευθεί στο Βασιλιά τα επίγεια, στον Ιερέα τα επουράνια. Στον Βασιλιά έχει εμπιστευθεί τα σώματα, στον Ιερέα τις ψυχές. Ο Βασιλιάς χαρίζει τα χρήματα. Ο Ιερέας καθαρίζει τα κατακάθια των αμαρτιών. Εκείνος αναγκάζει. Αυτός παρακαλεί….. Εκείνος χρησιμοποιεί υλικά όπλα, αυτός πνευματικά. Εκείνος πολεμάει τους βαρβάρους. Αυτός τους δαίμονες. Η Ιερωσύνη είναι πιο σεβαστή κι απ’ τη Βασιλική Αρχή….. Ο Ιερέας στέκει μεταξύ του Θεού και της ανθρώπινης φύσης, μας κατεβάζει τις θείες ευλογίες και ανεβάζει στον ουρανό τις προσευχές μας….. Γι’ αυτό και το κεφάλι του Βασιλιά ο Θεός το ευλογεί με τα χέρια του Ιερέα, διδάσκοντας ότι ο Ιερέας είναι ανώτερος πνευματικά του Πολιτικού Άρχοντα. Η Ιερωσύνη είναι τόσο ανώτερη απ’ τη Βασιλεία, όσο το πνεύμα απ’ την ύλη, όσο ο ουρανός απ’ τη γη και τα θεία από τα επίγεια».

 

Κατά τον ίδιο Πατέρα, η πολιτική εξουσία επιβάλλεται με τον φόβο και την ανάγκη, ενώ η εκκλησιαστική με την ελεύθερη συγκατάθεση και με την συμφωνία της γνώμης. Ο Πολιτικός Άρχοντας συλλαμβάνει τον μοιχό και τον τιμωρεί, του κόβει το κεφάλι, ενώ ο Εκκλησιαστικός δεν τον τιμωρεί, αλλά τον συγχωρεί και προσπαθεί να του κόψει το πάθος. Αλλά και στην διοίκηση υπάρχει διαφορά. Η πολιτική εξουσία είναι μοναρχία, η εκκλησιαστική είναι δημοκρατία (με το Συνοδικό σύστημα διοίκησης της Εκκλησίας).

 

Μετά τον 15οαιώνα η σχέση της Πολιτείας με την Εκκλησία αλλάζει και πάλι. Η Εκκλησία δεν είναι αντίθετη με την Πολιτεία και πρέπει να συνεργάζεται με αυτήν, αλλά διαφέρουν σε πάρα πολλά. Οι πολιτικοί άρχοντες ενδιαφέρονται για τα υλικά αγαθά και ασκούν ενίοτε και την βία, ενώ οι εκκλησιαστικοί άρχοντες ενδιαφέρονται για τα πνευματικά πράγματα και χρησιμοποιούν την απόλυτη ελευθερία του προσώπου. Για την Εκκλησία και τον πιστό η ιδεώδης Πολιτεία είναι ο στόχος των πολιτών που είναι ταυτόχρονα και πιστοί χριστιανοί. Και η πολιτεία αυτή είναι η Βασιλεία του Θεού. Πάνω απ’ όλα όμως ισχύει ο ακρογωνιαίος λίθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι κάθε εξουσία πρέπει να διέπεται από τους δικούς της νόμους. Η μεν Εκκλησία διέπεται από τους εκκλησιαστικούς νόμους των Ιερών Κανόνων και των Συνόδων, οι οποίοι είναι πάνω από τους νόμους της Πολιτείας, η δε πολιτική εξουσία πρέπει να διέπεται από τους πολιτικούς νόμους, οι οποίοι όμως δεν πρέπει να έρχονται σε σύγκρουση με τους θείους για να μην διχάζουν την κοινωνία.

 

Σ’ αυτό το διάστημα η Εκκλησία αναγκάσθηκε να εθναρχήσει, λόγω της τουρκικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο. Αυτή την περίοδο η Εκκλησία χρησιμοποίησε πολιτικές μεθόδους για το καλό του Έθνους. Π.χ. ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ αναγκάσθηκε να αφορίσει τους Επαναστάτες για να γλιτώσουν από την βέβαιη σφαγή οι Έλληνες κάτοικοι της Πόλης.

 

Αργότερα με την απελευθέρωση της Ελλάδος, από το 1833 και μετά, με το Βασιλικό Διάταγμα οι θιασώτες του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους μετέφεραν προτεσταντικά πρότυπα, όπου κυριαρχούσε η αρχή «casusregion, ejusreligio», δηλ. ούτινος το Κράτος, εκείνου και η Εκκλησία, και τοποθέτησαν αρχηγό της Εκκλησίας τον ρωμαιοκαθολικό βασιλιά Όθωνα. Στο μόρφωμα αυτό βρέθηκαν να μετάσχουν Αρχιερείς και επί 17 χρόνια (έως το 1850) η Πολιτεία οδήγησε την Ελλαδική Εκκλησία σε σχίσμα με την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Με τον τρόπο πλέον αυτό η Πολιτεία προκλητικά ανακατεύεται στην διοίκηση της Εκκλησίας, η οποία με διάφορους τρόπους συνεχίστηκε μέχρι το 1977, όταν με τον Ν. 590 η Εκκλησία διοικείται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλ. μόνη της. Από εκεί μέχρι και σήμερα η Εκκλησία στην σχέση της με την Πολιτεία προσπαθεί να τηρήσει τον λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Τα μεν άνω μόνον Θεού, τα δε κάτω και ημών».

 

Νομίζω πως με αυτή την ιστορική αναδρομή και με τις παραθέσεις των έργων των Πατέρων φαίνεται ότι η Εκκλησία και η εκάστοτε Πολιτεία (δηλ. Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Οθωμανικό Κράτος, Ελληνικό Κράτος) στους 18 αιώνες της συνύπαρξής τους κινήθηκαν παράλληλα, αλλά θεσμικά σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Υπήρξαν βέβαια και αποκλίσεις, διασταυρώσεις και παρεμβολές της μίας στο έργο της άλλης που οφείλονταν όμως κυρίως σε πρόσωπα και σε ιστορικές συγκυρίες. Είναι αυτά τα προβλήματα για τα οποία οι πιστοί λυπούνται, οι ολιγόπιστοι σκανδαλίζονται και οι άπιστοι χαίρονται.

 

Σήμερα η Εκκλησία κατηγορείται από πολλούς ότι έχει γραπωθεί στο άρμα της Πολιτείας και του Κράτους. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η Εκκλησία ντυμένη με τον κρατικό μανδύα δεν είναι ελεύθερη. Γι’ αυτό φθάνουν να μιλούν πολλοί Επίσκοποι και για χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους. Θα χρησιμοποιήσω λόγους του Επισκόπου μας ο οποίος προ ετών δήλωσε: «Θέλω να χωρίσει η Εκκλησία από το Κράτος, γιατί η Εκκλησία δεν θα χάσει. Στην αρχή θα δυσκολευθεί επειδή συμβίωσε πολλούς αιώνες με την Πολιτεία. Θα δυσκολευθεί αλλά δεν θα ζημιωθεί. Η Εκκλησία, χρησιμοποιώντας τα λόγια του Χριστού, έχει καταδικασθεί να μην γνωρίσει ποτέ θάνατο».

 

Οι κατήγοροι της Εκκλησίας πρέπει να γνωρίζουν ότι η Εκκλησία ενώ δεν είναι «εκ του κόσμου», βρίσκεται «εν τω κόσμω», και χωρίς να «συσχηματίζεται τω αιώνι τούτω» και να μετακινείται από την ελπίδα του Ευαγγελίου, παίρνει τον κόσμο επάνω της για να τον περάσει «εκ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν». Δεν ηγεμονεύει η Εκκλησία αλλά διακονεί για να σωθεί ο κόσμος.

 

Νομίζω πως έχουμε εξαντλήσει το θέμα, αλλά θα θέλαμε να απαντήσουμε και σε όλα αυτά που ακούσθηκαν τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά την ανάρρηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, για το εάν η Εκκλησία δικαιούται να έχει πολιτικό λόγο. Αντί επιλόγου θα απαντήσουμε σε μερικές απορίες ή και κατηγορίες πολιτικών αλλά και εκκλησιαστικών ανδρών.

 

1ηΚατηγορία:Λένε κάποιοι: «Η Εκκλησία δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα».

Καταρχάς να δούμε εάν στέκει η πρόταση αυτή. Τι είναι Εκκλησία και ποιοι την αποτελούν; Μόνο οι επίσκοποι και οι ιερείς; Δεν είναι όλοι οι βαπτισμένοι ορθόδοξοι Χριστιανοί μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Οι πολιτικοί είναι ή δεν είναι μέλη της Εκκλησίας; Δικαιούνται να έχουν πολιτικό λόγο ή όχι; Εγώ είμαι κληρικός και θεωρώ τον εαυτό μου μέλος της Πολιτείας. Δικαιούμαι να έχω πολιτική άποψη και να κάνω πολιτικές παρεμβάσεις; Ποιος έχει το δικαίωμα να μην με θεωρεί μέλος της Πολιτείας ή ποιος θα μου απαγορεύσει να έχω πολιτική άποψη και να την εκφράζω δημόσια;

 

2ηΚατηγορία:«Δεν έχει καμιά δουλειά η Εκκλησία με την πολιτεία».

Από την αρχή της επίγειας ζωής της η Εκκλησία διατυπώνει μια άλλη άποψη για την Πολιτεία, δηλαδή τον κοινοτικό τρόπο ζωής των ανθρώπων, γιατί αυτό σημαίνει ο όρος. Αναφέρεται σε ουρανοπολίτες και στην κοινωνία της αγάπης, της ελευθερίας και της αγιότητας. Μόνο που αυτή η κοινωνία δεν εδράζεται σε ένα απροσδιόριστο γαλαξιακό σύστημα ούτε μετατίθεται σε ένα ακαθόριστο μέλλον, αλλά σαρκώνεται στο εδώ και τώρα μέχρι να τελειωθεί στην προσδοκώμενη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η πρώτη Εκκλησία της κοινοκτημοσύνης (ο πρώτος και γνήσιος κομμουνισμός), η μοναχική πολιτεία των μοναστηριών, η κοινωνική και πολιτική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια της εκπλήρωσης του «γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης». Η Εκκλησία είναι βαθειά κοινωνική και πολιτική. Με άλλα λόγια νοιάζεται (και πρέπει να νοιάζεται) εάν πεινάς, εάν έχεις ρούχα, εάν είσαι άρρωστος, εάν έχεις δουλειά, εάν είσαι στη φυλακή. Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτά είναι τα κριτήρια αγάπης για το Χριστό.

 

3ηΚατηγορία: «Η Εκκλησία να ασχολείται με τα του οίκου της».

Ποια είναι αυτά; Τα μνημόσυνα, οι λιτανείες και οι γιορτές μόνο; Οίκος της δεν είναι τα ζωντανά μέλη της; Προφανώς, εννοείς να μην μπλέκεται η ιεραρχία στα πόδια των πολιτικών – κάτι που θα τους βόλευε ιδιαιτέρως, κυρίως εάν πρόκειται να τους ασκήσει κριτική. Κρίμα που δεν το κατάλαβαν ο άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων που απαγόρευσε στον αυτοκράτορα Μέγα Θεοδόσιο να εισέλθει στο ναό για τη σφαγή που είχε διαπράξει και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που τα έβαλε με την αυτοκράτειρα με αποτέλεσμα να πεθάνει στην εξορία. Εάν ανατρέξουμε λίγο στην παγκόσμια ιστορία θα δούμε ότι βολεύει τα ολοκληρωτικά και ανελεύθερα καθεστώτα να έχουν την Εκκλησία απλώς ως ένα λαογραφικό οργανισμό που προάγει το φολκλόρ και την πίστη ως ένα ψυχοναρκωτικό των ανθρώπων. Είναι χρήσιμη η Εκκλησία όταν έχει αναλάβει όλο το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας; Δηλ. Ιδρύματα, Γηροκομεία, Συσσίτια, Ορφανοτροφεία, Άσυλα ανιάτων, βοηθήματα σε απόρους. Είναι χρήσιμη η Εκκλησία στο Κράτος όταν χτίζει τα Ιδρύματά της που υπηρετούν ολόκληρη την κοινωνία με 70% λιγότερα χρήματα απ’ ότι θα τα έκτιζε και θα τα συντηρούσε η Πολιτεία; Είναι χρήσιμη η Εκκλησία όταν στον τόπο μας προσφέρει 130 θέσεις εργασίας στην τοπική μας κοινωνία; Όλα αυτά έπρεπε να τα κάνει το Κράτος.

 

4ηΚατηγορία: «Η Εκκλησία δεν πρέπει να εκφέρει κομματικό λόγο».

Σωστό, ολόσωστο. Και θα συμπλήρωνα ότι ο διχαστικός, φανατισμένος, κομματικός και με κοσμική ιδεολογία λόγος είναι αντίθετος με το κήρυγμα του Χριστού. Ούτε είναι πολιτικός λόγος. Όταν γίνεται αυτό από μερίδα κλήρου και λαού που διεκδικούν αυθαίρετα την ιδιότητα του εκπροσώπου της Εκκλησίας εκτίθενται πολύ περισσότερο από ότι εάν ήταν άφωνοι και αμέτοχοι. Εξυπακούεται βέβαια ότι η άμεση ή έμμεση επιδίωξη οποιασδήποτε κοσμικής εξουσίας από τους ιεράρχες είναι απορριπτέα. Ο κοινωνικός και πολιτικός λόγος της Εκκλησίας (και όχι μόνο της ιεραρχίας αλλά όλων ημών) οφείλει να είναι θεολογικός και όχι θρησκόληπτος, παρηγορητικός και όχι υπνωτικός, σαφής και καίριος και όχι ανεδαφικός και βερμπαλιστικός. Βέβαια, είναι χρήσιμη η Εκκλησία όταν σε όλα τα προεκλογικά φυλλάδια των υποψηφίων υπάρχει φωτογραφία με τον οικείο Μητροπολίτη στις τοπικές εκλογές ή με τον Αρχιεπίσκοπο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις βουλευτικές εκλογές.

 

5ηΚατηγορία: «Πρέπει άμεσα να χωριστεί η Εκκλησία από το κράτος». 

Μεγάλο θέμα και μεγάλη συζήτηση. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι ήδη είναι διακριτοί οι ρόλοι τους και είναι καλό να διακριθούν και άλλο. Όμως ακόμη κι αν χωριστεί εντελώς το κράτος από την Εκκλησία δεν γίνεται να χωριστεί η Εκκλησία από την πολιτεία. Πώς να το κάνουμε; Ο άνθρωπος δεν χωρίζεται. Εξάλλου, όπως προανέφερα, μέλη της Εκκλησίας είμαστε κι εγώ που μιλώ κι εσείς που ακούτε. Εγώ δεν σκοπεύω να πάψω να είμαι σκεπτόμενος (στο μέτρο του δυνατού) και ενεργός πολίτης. Εσύ; Προσωπικά, θεωρώ ότι αρκετοί πολιτικοί βολεύονται με την απουσία κριτικής, με την αποχή στις εκλογές και με τους κομματικά «βαμμένους». Προφανώς, θα ήθελαν να πιστεύουμε όλοι ότι η ρύθμιση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής είναι αποκλειστική τους αρμοδιότητα και ότι όλοι οι άλλοι είμαστε υπήκοοι. Τους ενοχλεί η καθάρια κριτική ενώ αντίθετα δεν έχουν πρόβλημα με αναχώματα και κυματοθραύστες της λαϊκής διαμαρτυρίας, όπως είναι συχνά ο κομματικός συνδικαλισμός. 

Σεβασμιώτατε,

 

Κλείνοντας την σημερινή μου αναφορά στο θέμα που μου αναθέσατε και πριν ξεκινήσει ο αξιόλογος συνομιλητής μου, θα ήθελα να μεταφέρω έναν διάλογο, που έγινε πριν από αρκετά χρόνια ανάμεσα στον Υπουργό Εσωτερικών της Σερβίας και τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς, πρόσφατα ανακηρυχθέντα άγιο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έναν διάλογο που δείχνει το μεγάλο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην Εκκλησία και στην Πολιτική. Του είπε λοιπόν: «Γέροντα, σε περίπτωση που ξεσπάσει μία πυρκαγιά ή γίνει κάποιος μεγάλος σεισμός, η Πολιτεία αμέσως με τις δομές που έχει το Υπουργείο μου, θα προσπαθήσει να βοηθήσει τον κόσμο επειδή υπάρχουν γι’ αυτό το λόγο χίλιοι εκπαιδευμένοι υπάλληλοι του Υπουργείου στην Σερβία. Η Εκκλησία τι θα κάνει;». Και εκείνος του απάντησε: «Εγώ, μόνο εγώ, θα τελέσω λειτουργία. Κάτι που δεν μπορούν να κάνουν χίλιοι υπάλληλοι μαζί.» Ο Υπουργός φίλησε το χέρι του και ντροπιασμένος έφυγε. 

Σας  ευχαριστώ  πολύ.